Λίγο πριν κλείσει τα 90, έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο εμβληματικούς εκπροσώπους του αμερικανικού κινηματογράφου. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ δεν ήταν απλώς ένας γοητευτικός πρωταγωνιστής με πυρόξανθα μαλλιά και βλέμμα που έγραφε στην κάμερα. Ήταν δημιουργός, σκηνοθέτης, ακτιβιστής και οραματιστής. Ήταν ο άνθρωπος πίσω από το φεστιβάλ Σάντανς, που έδωσε φωνή στον ανεξάρτητο κινηματογράφο και άνοιξε δρόμους για νέους δημιουργούς που δεν χωρούσαν στα καλούπια του Χόλιγουντ.

Μαζί με τον Πολ Νιούμαν, αποτέλεσαν ένα δίδυμο που δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Όμορφοι, στιλάτοι, αλλά και με άποψη. Ο Ρέντφορντ δεν φοβήθηκε να εκφράσει τις πολιτικές του θέσεις, να σταθεί υπέρ του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να μιλήσει για τους «απλούς ανθρώπους»—όχι από θέση εξουσίας, αλλά με ενσυναίσθηση.
Η ζωή του ξεκίνησε σε φτωχό περιβάλλον, στη Σάντα Μόνικα. Πέρασε φάσεις επαναστατικές, έκανε μικροκλοπές, ήπιε πολύ, αλλά πάντα είχε το βλέμμα στραμμένο στο σινεμά. Δούλεψε σκληρά, ταξίδεψε στην Ευρώπη, σπούδασε τέχνη, και τελικά βρήκε τον δρόμο του στη Δραματική Ακαδημία της Νέας Υόρκης. Εκεί, οι δάσκαλοι είδαν κάτι ξεχωριστό: φυσική άνεση, φαντασία, χάρισμα. Και δεν είχαν άδικο.
Από τις πρώτες του εμφανίσεις δίπλα στον Μάρλον Μπράντο, μέχρι το θρυλικό «Οι Δύο Ληστές» με τον Νιούμαν, ο Ρέντφορντ έδειξε ότι δεν ήταν απλώς ένας ωραίος τύπος. Ήταν ηγέτης, καλλιτέχνης, και τελικά σκηνοθέτης με Όσκαρ για το «Συνηθισμένοι Άνθρωποι». Έπαιξε σε πολιτικά θρίλερ όπως «Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα» και «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», και δεν δίστασε να φέρει στην οθόνη δύσκολα θέματα με σοβαρότητα και στυλ.
Ο Ρέντφορντ δεν ήταν απλώς σταρ. Ήταν μια ολόκληρη εποχή. Και το σινεμά του, όπως και η στάση ζωής του, συνεχίζει να εμπνέει.